Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΘΕΟ (2β)


Αν λοιπόν αυτά σωστά τα λέμε, δεν θα δεχτούμε αυτούς που φλυαρούν για αισθητά χρώματα και επαφές και σχήματα και υποστηρίζουν ότι ο υπερουράνιος τόπος τα έχει υπερβεί αυτά. Γιατί αυτά είναι ασήμαντα και δεν ταιριάζουν καθόλου σε εκείνον. Αλλά και η Φύση, όχι μόνο η καθολική, αλλά και η επιμέρους, είναι ανεξάρτητη υπεράνω των αισθητών χρωμάτων και των ορατών σχημάτων και των σωματικών επαφών. Και γιατί θα ήταν λοιπόν αυτό ιερό, αν υπάρχει και στις φύσεις ;; Αλλά πρέπει και τα χρώματα και τα σχήματα και οι επαφές από πάνω μέχρι τα τελευταία να απλώνονται και να χαρακτηρίσουμε τον υπερουράνιο τόπο ανεξάρτητο υπεράνω όλων μαζί. Γιατί και η ψυχή και ο νους μετέχει στο σχήμα. Και η επαφή πολλές φορές υπάρχει και στα ασώματα με βάση την επικοινωνία των ανώτερων με τα κατώτερα, και τις επικοινωνίες αυτές «συνάψεις» συνηθίζουν να τις λένε και τα αγγίγματα των νοήσεων «επαφές». Ας μην λοιπόν μεταφερθούμε από τα πρώτα στα τελευταία και ας μην συσχετίσουμε την κορυφαία βαθμίδα των νοητικών με τα τελευταία όντα, πάνω από τα οποία είναι εγκατεστημένη και η ψυχή και η Φύση. Γιατί και αυτό ακριβώς το σφάλμα θα κάνουμε και δεν θα έχουμε ακούσει τον Πλάτωνα που φωνάζει ότι «Τολμῶντες ταῦτα περὶ ἐκείνης λέγομεν».
Ας εξετάσουμε τώρα όμως τις καταφάσεις, πως υπάρχουν με βάση την μέθεξη στα καθαυτά πρώτα νοητά.
Λέγεται λοιπόν «ουσία που όντως υπάρχει – οὐσία ὄντως οὖσα», διότι «μετείληφεν» στο πρωταρχικό ΟΝ. Γιατί σε όλα η ουσία και η όντως ουσία υπάρχει ως έκγονος της νοητής ουσίας. Γιατί, όπως το ένα προέρχεται από την αρχή που βρίσκεται πριν από τα νοητά, έτσι και η φύση της ουσίας προέρχεται από τα νοητά, γιατί εκεί βρίσκεται το Ένα ΟΝ, όπως και ο Πλάτων στον «Παρμενίδη» έχει δήξει. Επίσης λέγεται «Ψυχῆς κυβερνήτῃ θεατή», επειδή έλαβε μια νοητή υπεροχή σε σχέση με τους άλλους νοητικούς θεούς. Το νοητό αγαθό της, λοιπόν, το διασαφηνίζει από τον νου που την γνωρίζει. Και αυτό λοιπόν το νοητό, όπως ακριβώς και η «ὄντως οὖσα οὐσία», έχει φτάσει σε αυτήν από τους ενιαίους θεούς. Γιατί εκείνα είναι νοητά και πρωταρχικά αίτια όλων των νοητών κατά τρόπο πρωταρχικό και τρόπο αμέθεκτο. Και συμπίπτουν αυτά το ένα με το άλλο, το όντως ΟΝ και το νοητό. Γιατί κάθε νοητό είναι και όντως ΟΝ και καθετί το όντως ΟΝ είναι νοητό. Γιατί και ο νους είναι νοητός με βάση το ΟΝ που υπάρχει μέσα σε αυτόν, ενώ με βάση τη γνωστική του ικανότητα είναι νους. Για αυτό και κάθε νους χορηγεί τη γνώση, ενώ κάθε νοητό την ουσία. Όποια από τα δυο υπάρχει πρώτα, αυτό φωτίζει και τους επόμενους Κόσμους.
Το τρίτο λοιπόν, δηλαδή το «τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης γένος», γύρω από αυτή λέγεται ότι έχει εγκατασταθεί. Γιατί αυτά τα δύο αναβιβάζουν στην θεωρία [θέαση] εκείνης της ουσίας, δηλαδή «ο νους ο κυβερνήτης της ψυχής (είναι αυτός ο επιμέρους νους, ο οποίος βρίσκεται υπεριδρυμένος πάνω από της ψυχές, ανάγοντάς τες στον πατρικό όρμο) και η αληθινή επιστήμη» η οποία είναι η τελειότητα της ψυχής. Γιατί αυτή ενεργεί γύρω από αυτή την ουσία ως περιχορεύουσα το ΟΝ μεταβατικά, ενώ ο νους την θεωρεί [βλέπει] χρησιμοποιώντας την απλή νόηση [γιατί η μεταβατική κίνηση είναι ο τρόπος με τον οποίο κινείται η ψυχή και χαρακτηρίζεται από την αλλαγή του τόπου και την ποικιλί, αντιθέτως, η κίνηση του νου είναι η απλή νοητική ενέργεια, η νόηση, με την οποία ο νους νοεί τον εαυτό του, το νοητό αντικείμενο του, το οποίο είναι και αυτό μέρος της ευρύτερης «περιοχής» του νου].
Άλλη είναι λοιπόν η επιστήμη που βρίσκεται σε εμάς και άλλη αυτή που βρίσκεται στον υπερουράνιο τόπο. Και αυτή σε εμάς είναι αληθής, ενώ εκείνη είναι η αυτοαλήθεια [καθαυτό αλήθεια]. Ποια είναι λοιπόν και από πού έλαβε υπόσταση ;; Είναι λοιπόν η πηγή κάθε νοητικής γνώσης και η πρωταρχική αιτία της αγνής και σταθερής νόησης μια θεότητα που εμφανίζεται στην πρωταρχική τριάδα των νοητικών, καθώς αυτή η τριάδα είναι η τελειοποιητική όλων των άλλων και ιδιαιτέρως των θείων ψυχών. Γιατί αναγόμενες σε αυτή την ενιαία δύναμη όλων των γνώσεων τελειοποιούν τις δικές τους γνώσεις.
Γιατί «Καθορᾷ, λέει στον «Φαίδρο, 247.d», καθεμία από τις αμόλυντες ψυχές, περιφερόμενη μαζί με τον Δία και τον ουρανό, την «δικαιοσύνην, σωφροσύνην, ἐπιστήμην». Εκεί λοιπόν βρίσκονται αυτές οι τρείς πηγές, οι οποίες είναι νοητές θεότητες και πηγές των νοητικών αρετών, αλλά όχι νοητικά είδη. Γιατί αυτά συνηθίζει να τα χαρακτηρίζει με το «καθαυτό», λέγοντας «αὐτοεπιστήμην καὶ αὐτοδικαιοσύνην», και αυτό το λέει ο Σωκράτης στον «Φαίδωνα, 75.d», «για όλα αυτά που σημαδεύουμε με την σφραγίδα του καθαυτό - οἷς τὸ αὐτὸ ἐπισφραγίζοντες προσάγομεν» μιλώντας για τα είδη. Εδώ λοιπόν, αφού μίλησε για «αυτούσια δικαιοσύνη και σωφροσύνη και επιστήμη αὐτὴν δικαιοσύνην καὶ αὐτὴν σωφροσύνην καὶ αὐτὴν ἐπιστήμην», φαίνεται ότι μας παρουσιάζει κάποιες θεότητες αυτοτελείς και νοητές που έλαβαν υπόσταση τριαδικά, των οποίων ενιαία μονάδα είναι η επιστήμη, τη δεύτερη βαθμίδα την κατέχει η σωφροσύνη και την Τρίτη η δικαιοσύνη.
Και είναι η επιστήμη χορηγός της άχραντης και απαρέγκλιτης και αναλλοίωτης νόησης. Η σωφροσύνη παρέχει σε όλους τους θεούς της αιτία της επιστροφής στον εαυτό τους. Και η δικαιοσύνη χορηγεί την κατ’ αξία διανομή των καθολικών αγαθών. Και από την επιστήμη κάθε θεός νοεί τα ανώτερά του και πληρείται από τη νοητή ενότητα, από την σωφροσύνη είναι στραμμένος στον εαυτό του και απολαμβάνει μια δεύτερη ένωση και ένα αγαθό ανάλογο με την επιστροφή στον εαυτό του, και από τη δικαιοσύνη καθοδηγεί όσα τον ακολουθούν σε ένα «σιωπηλό μονοπάτι – ἀψόφῳ κελεύθῳ», λένε, και μετρά την αξία και χορηγεί την κατάλληλη για τον καθένα διανομή. Όλες λοιπόν τις ενέργειες των θεών εμπεριέχουν αυτές οι τρείς πηγές.
Και η επιστήμη προήλθε κατά τρόπο ανάλογο με την πρώτη τριάδα των νοητών, και όπως ακριβώς εκείνη δίνει στα πάντα τις ουσίες, έτσι κι αυτή εκπέμπει το φως των γνώσεων στους θεούς. και η σωφροσύνη ανάλογη με τη δεύτερη, γιατί η σωφροσύνη μιμείται τη συνδετική και ρυθμιστική ιδιότητα εκείνης, καθώς ρυθμίζει τις ενέργειες των θεών και επιστρέφει καθέναν στον εαυτό του. Και η δικαιοσύνη ανάλογη με την τρίτη, γιατί διακρίνει και αυτή τα επόμενα σύμφωνα με την κατάλληλη σειρά, και τους παρέχει νοητικά ότι παρέχει εκείνη νοητά στα πρωταρχικά παραδείγματα.
Τώρα όμως ας εξετάσουμε μια άλλη τριάδα που προϋπάρχει σε εκείνον τον τόπο, την οποία και αυτήν εξύμνησε ο Σωκράτης : «τὸ τῆς ἀληθείας πεδίον, τὸν λειμῶνα καὶ τὴν τροφὴν τῶν θεῶν».
Το πεδίο της αλήθειας λοιπόν νοητικά είναι εξαπλωμένο κοντά στο νοητό φώς και φωτίζεται από τις λάμψεις που από εκεί προέρχονται. Γιατί όπως το Ένα εκπέμπει το ενοποιητικό φως, έτσι και το νοητό δίνει στα επόμενα τη συμμετοχή που τους προσφέρει την ουσία.
Ο δε λειμώνας [λιβάδι] είναι η γόνιμη δύναμη της ζωής και κάθε είδους Λόγους [λογικούς προσδιορισμούς] και η περιοχή των πρωταρχικών αιτιών της ζωής και η αιτία της ποικιλομορφίας και της γέννησης των ειδών. Γιατί και τα εδώ λιβάδια παράγουν κάθε λογής είδη και Λόγους [λογικούς προσδιορισμούς], και φέρουν ως σύμβολο της γέννησης της ζωής το ύδωρ.
Η θρεπτική αιτία των θεών είναι μια νοητή ένωση η οποία συμπεριέλαβε την καθολική τελειότητα των θεών μέσα της και πληρούσα τους θεούς και ακμή και δύναμη για την πρόνοια των επομένων και για την αναλλοίωτη νόηση των πρώτων. Αλλά ψηλά οι θεοί ενιαία μετέχουν σε αυτά, διαιρεμένα όμως μέσα στις προόδους τους, όπου βέβαια και από την τροφή το ένα μέρος αποκαλείται αμβροσία από τον Πλάτωνα και το άλλο νέκταρ. «Αφού σταματήσει τους ίππους κοντά στην φάτνη τους προσφέρει αμβροσία και μετά από αυτήν τα ποτίζει νέκταρ - Πρὸς δὲ τὴν φάτνην τοὺς ἵππους στήσας παρέβαλεν ἀμβροσίαν καὶ ἐπ᾽ αὐτῇ νέκταρ ἐπότισεν» λέει ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 247.e». Ο ηνίοχος λοιπόν ο οποίος τρέφεται από τα νοητά, μετέχει κατά ενιαίο τρόπο στο φώς της τελειότητας που εκπέμπεται από τους θεούς, ενώ οι ίπποι διαμοιρασμένοι, πρώτα στην αμβροσία και μετά από αυτή στο νέκταρ. Γιατί πρέπει αυτά από την αμβροσία να παραμείνουν σταθερά και ακλόνητα μέσα στα ανώτερά τους, και με το νέκταρ να προνοήσουν απαρέγκλιτα για τα επόμενα τους. Γιατί λένε ότι η αμβροσία είναι στερεά τροφή, ενώ το νέκταρ υγρή. Αυτό υποδεικνύοντας και ο Πλάτων λέει ότι τη μία την «παρέβαλεν» και ότι μετά την αμβροσία τα «ἐπότισεν» νέκταρ. Η τροφή, λοιπόν, του νέκταρος δηλώνει την ελευθερία, την ευελιξία και την ικανότητα της πρόνοιας να προχωρά σε όλα ανέπαφη, ενώ η τροφή της αμβροσίας δηλώνει την μονιμότητα και τη σταθερή εδραίωση της μέσα στα κατώτερα. Και το μείγμα και των δύο ότι οι θεοί και μένουν σταθεροί και προοδεύουν προς τα πάντα, και ότι ούτε η αμεταβλησία και η αφθαρσία τους είναι άγονη ούτε η γόνιμη δύναμη και πρόοδός τους ασταθής, αλλά ότι προοδεύουν μένοντας σταθεροί και προνοούν για τα επόμενα τους ανέπαφοι και εδραιωμένοι μέσα στους προηγούμενούς τους.
Το νέκταρ λοιπόν και η αμβροσία είναι η τελειότητες των θεών, στον βαθμό που είναι θεοί. Του νου, της ψυχής, της Φύσης και των σωμάτων είναι άλλα. Για αυτό και ο Πλάτωνας, αποδεχόμενος αυτά και στις ψυχές, αποκαλεί τις ψυχές θεούς. Γιατί στον βαθμό που αυτές μετέχουν στους θεούς, σε αυτόν τον βαθμό πληρούνται από το νέκταρ και την αμβροσία.
Αλλά αυτά καθώς προοδεύουν, είναι διαμοιρασμένα δυαδικά, καθώς η μια υπάρχει ως αυτό που χορηγεί στους θεούς τη μόνιμη και σταθερή τελειότητα και το άλλο ως αυτό που χορηγεί την ακλόνητη πρόνοια και την ανεξάρτητη διοίκηση και τη γενναιόδωρη μετάδοση των αγαθών, στηρίζοντας αυτή τη διανομή στις δυο αρχές των πάντων. Αντίστοιχα με το πέρας λοιπόν πρέπει να θεωρήσουμε την αμβροσία και με το άπειρο το νέκταρ. Για αυτό το ένα είναι σαν υγρό και δεν περιορίζεται από μόνο του, ενώ το άλλο σαν στερεό και έχει από μόνο του περιορισμό. Το νέκταρ λοιπόν είναι η γόνιμη και τελειοποιητική ικανότητα της δεύτερης παρουσίας των θεών και το αίτιο της δύναμης και της ισχύος που προνοεί για τα πάντα και της άπειρης και αδιάλειπτης παροχής. Η αμβροσία είναι η σταθερή τελειότητα με την μορφή του πέρατος και η αιτία για τους θεούς της εδραίωσης μέσα στον εαυτό τους και η χορηγός της σταθερής και αναλλοίωτης νόησης. Πριν από αυτά τα δύο βρίσκεται η μια πηγή και εστία κάθε τελειότητας για όλους τους θεούς, την οποία αποκαλεί ο Πλάτων τροφή και «γεύμα και συμπόσιο δαῖτα καὶ θοίνην», καθώς τελειοποιεί ενιαία το διαμοιρασμένο πλήθος των θεών και επιστρέφει τα πάντα στον εαυτό της μέσω της θείας νόησης. Γιατί το γεύμα [δαὶς] δηλώνει τη διαμοιρασμένη διανομή της θείας τροφής προς τα πάντα. Και το συμπόσιο την ενωμένη επιστροφή των πάντων προς αυτήν, γιατί νόηση των θεών, στον βαθμό που είναι θεοί. Και κάθε μία από τις δύο δυνάμεις η τροφή τη συγκρατεί, καθώς είναι το συμπλήρωμα των νοητών αγαθών και η ενιαία τελειότητα της θείας αυτάρκειας.
Μετά από αυτά ακολουθεί η εξέταση της διαιρέσεως του υπερουράνιου τόπου στα τρία. Γιατί είναι τριάδα η νοητή κορυφή των νοητικών. Αμέσως λοιπόν από την πρώτη περιγραφή και ο Πλάτωνας παρουσιάζει την τριαδικότητα της, παραδεχόμενος τρεις αρνήσεις, το αχρωμάτιστο, το ασχημάτιστο και το αναφές, και εγκαθιδρύοντας τρις θεότητες μέσα σε αυτήν, την επιστήμη, την σωφροσύνη και την δικαιοσύνη. Αν όμως πρέπει να βρούμε από τα κείμενα και τις προσδιορισμένες ιδιότητες των τριών θεών, ας σκεφτούμε ότι εκεί τοποθετείται το πεδίο της αλήθειας και ο λειμώνας και η θρεπτική αιτία των θεών. Το να τρέφει λοιπόν είναι χαρακτηριστικό της νοητής τελειότητας. Για αυτό και στα φτερά της ψυχής η ορμή που ανεβάζει και η νοητική τελειότητα έρχεται με βάση την τροφή που από εκεί εισρέει σε αυτήν. Η ιδιαιτερότητα του λειμώνα είναι ότι είναι εικόνα δύναμης που γεννά τον Λόγο και τα είδη και εικόνα ζωογονίας. Για αυτό και βόσκουν οι ψυχές στον λειμώνα, και η βοσκή είναι τροφή, αλλά διαμοιρασμένη. Και το πεδίο της αλήθειας είναι εξάπλωση και η παρουσίαση του νοητού φωτός και η ανάπτυξη του εσωτερικού Λόγου και η τελειοποίηση που φτάνει παντού. Αυτό είναι λοιπόν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τρίτης μονάδας, η γονιμότητα είναι της δεύτερης και η νοητή πλήρωση είναι της πρώτης. Γιατί όλος ο υπερουράνιος τόπος φωτίζεται από το φώς της αλήθειας, για αυτό και αποκαλούνται αληθινά όλα όσα περιέχονται σε εκείνον και ο Σωκράτης λέει στον «Φαίδρο, 247.c»: « οποιαδήποτε τυχόν ψυχή αντικρίσει κάποιο από τα αληθινά όντα Ητις ἂν ψυχή τι τῶν ἀληθῶν ἴδῃ». Γιατί όλα είναι όντως Όντα και νοητά και πλήρει από την θεία ένωση. Αλλά αυτό το νοητό φώς βρίσκεται στις πρώτες μονάδες συνεπτυγμένο και περίπου εδραιωμένο μυστικά σε άδυτα, ενώ στην τρίτη εμφανίζεται και εξαπλώνεται και διαιρείται από το πλήθος των δυνάμεων.
Μπορούμε λοιπόν να εξετάσουμε τις διαφορές των τριών μονάδων από αυτά, ακολουθώντας τις πλατωνικές υποθέσεις. Αν όμως και η επιστήμη ταιριάζει στην πρώτη, η σωφροσύνη στη δεύτερη και η δικαιοσύνη στην τρίτη, οπωσδήποτε η τριάδα εμφανίζεται από αυτά. Πως η επιστήμη, η οποία είναι η μόνιμη και ενιαία νόηση των πάντων και αυτή που συνυπάρχει ταυτόχρονα με τα νοητά, δεν ταιριάζει στην ενωμένη με τον νοητό πατέρα και σε αυτήν που δεν προόδευσε ούτε διαχώρισε της ένωσή της από την θεότητα εκείνου ;; Πως το γένος της δικαιοσύνης δεν ταιριάζει στη διαιρεμένη δύναμη και σε αυτή που διακρίνει τα νοητικά γένη και οδηγεί σε τάξη το νοητό πλήθος και εκπέμπει το φως της αξιοκρατικής διανομής ;; Και πως το γένος της σωφροσύνης δεν ταιριάζει στην ενδιάμεση αυτών των δύο, η οποία έχει επιστρέψει στον εαυτό της και κρατά τον κοινό σύνδεσμο αυτής της τριάδας ;; γιατί η αρμονία και η κατάλληλη επικοινωνία με τα άκρα της είναι το ξεχωριστό της αγαθό.
Για να μην λέμε, λοιπόν, πολλά, και επειδή αυτά που έχουν ειπωθεί είναι αρκετά για να μας υπενθυμίσουν τη σκέψη του Πλάτωνα, αυτές οι τρεις θεότητες, οι οποίες μοιράστηκαν τον υπερουράνιο τόπο, ας είναι εξυμνημένες από εμάς, όλες νοητές, μέσα όμως στα νοητικά, και κορυφαίες και συγκεντρωτικές των πάντων σε μια νοητή  ένωση, αλλά έχοντας η μια κατά μόνιμο τρόπο, η άλλη κατά παραγωγικό και η τρίτη με τον τρόπο της επιστροφής και πρωταιτιότητας μέσα στα νοητικά. Γιατί η πρώτη ενώνει και συγκεντρώνει γύρω από το νοητό τις σταθερότητες όλων των θεών, η δεύτερη τις προόδους και η τρίτη τις επιστροφές. Και όλες μαζί την καθολική ύπαρξη και διατηρείται για πάντα και προοδεύει και επιστρέφει συγκεντρωτικά σε ένα. Για αυτό και βέβαια κι ο Πλάτων σε αυτόν τον ένα τόπο αναβίβασε τους διαιρεμένους μέσα στον Κόσμο θεούς και, καθώς ενεργούν γύρω από αυτόν ως συγκέντρωση όλων των Κόσμων τους επέστρεψε στη νοητή συμμετοχή. Και αυτές οι μονάδες λοιπόν παράγουν τα νοητά είδη και τα πληρούν με τη μετάδοση της ολότητας και ανακαλούν πάλι αυτά που προέκυψαν και τα συνδέουν με τα νοητά.
Απομένει βέβαια τώρα να μιλήσουμε για της Αδράστεια, για την οποία υποδεικνύει ο Σωκράτης στον «Φαίδρο, 248.c» ότι και αυτή έχει τη βασιλεία της σε αυτόν τον τόπο, τον υπερουράνιο. Γιατί αυτό που «τὰ μέτρα ταῖς ψυχαῖς ἀφορίζον τῆς ἀπήμονος ζωῆς» από την θέαση αυτών των νοητών αγαθών εκεί κάπου έλαβε την πρώτη εμφάνιση του. Γιατί το ανάγωγο αίτιο θα μπορούσε, αν και είναι κατώτερο από τα επιθυμητά, να αναβιβάσει και τον εαυτό του και τα άλλα προς εκείνα μέσω της επιστροφής αυτό όμως που προσδιορίζει τους καρπούς της θέασης του νοητού και ρυθμίζει τις ψυχές, καθώς έχει την ύπαρξή του μέσα στο νοητό, από εκεί εκπέμπει το φώς της μακαριότητας σε αυτές.
Έχει εδραιωθεί λοιπόν, όπως έλεγε, σε εκείνο τον τόπο, και επικρατεί ενιαία σε όλους τους θείους νόμους από πάνω μέχρι τα τελευταία. Και όλους του νοητικούς και υπερκόσμιους και εγκόσμιους θεσμούς τους εξάρτησε από τον έναν δικό της θεσμό, είτε είναι κάποιοι νόμοι του Κρόνου (όπως ακριβώς ο Σωκράτης στον «Γοργία, 523.a» λέγει : «Υπήρχε λοιπόν την εποχή του Κρόνου ο εξής νόμος, και τώρα ακόμη ισχύει ανάμεσα στους θεούς - Ην οὖν νόμος ὅδε ἐπὶ Κρόνου καὶ νῦν ἔτι ἐστὶν ἐν θεοῖς»), είτε του Διός (όπως ακριβώς λέει ο Πλάτων στους «Νόμους, 716.a» : «Τον ακολουθεί η Δίκη που τιμωρεί τους παραβάτες του θείου νόμου - Τῷ δὲ ἕπεται Δίκη τῶν ἀπολειπομένων τοῦ θείου νόμου τιμωρός»), είτε της Ειμαρμένης (όπως ακριβώς ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 41.e» υποδεικνύει : «Και τους είπε τους νόμους της Ειμαρμένης - Νόμους τε τοὺς εἱμαρμένους εἰπεῖν αὐταῖς»). Όλων αυτών με βάση μια νοητή απλότητα είναι συνεκτικός ο θεσμός της Αδράστειας, ο οποίος χορηγεί ταυτόχρονα σε όλα αυτά και την ουσία και τα μέτρα της δύναμης.
Και αν πρέπει να λέμε τα πράγματα όπως πρέπει, η αναπόδραστη φρουρητική δύναμη αυτής της τριάδας και η αδιασάλευτη συγκέντρωση της τάξεως που απλώνεται παντού έχε λάβει υπόσταση εκ των προτέρων μέσα σε αυτή την θεά. Γιατί όχι μόνον εμφανίζουν και συγκεντρώνουν τα πάντα αυτές οι τρείς θεότητες, αλλά είναι και «φρουροὶ τῶν ἔργων τοῦ πατρός καὶ τοῦ ἑνὸς τοῦ νοητου». Αυτή λοιπόν τη φρουρητική ιδιότητα την υποδεικνύει ο θεσμός της Αδράστειας, τον οποίο δεν είναι με κανέναν τρόπο δυνατό να ξεφύγει κανείς. Γιατί από τους νόμους της Αδράστειας όχι μόνο οι θεοί είναι ανώτεροι, αλλά και οι επιμέρους ψυχές που ζουν σύμφωνα με τον νου και παρέδωσαν τον εαυτό τους στο φώς της πρόνοιας. Και οι Κρόνιοι θεοί έχουν υπερβεί τους νόμους του Διός ως ουσία, και τους νόμους του Κρόνου ως συνεκτικοί και τελειοποιητικοί θεοί. Στον θεσμό όμως της Αδράστειας όλα είναι υποταγμένα, και όλες οι διανομές των θεών και όλες οι ρυθμίσεις και οι φρουρές από αυτόν έχουν λάβει υπόσταση. Στον Ορφέα λέγεται ότι «φρουρεί» «τὸν ὅλον δημιουργόν, καὶ χάλκεα ῥόπτρα λαβοῦσα καὶ τύπανον † αἴγηκες», έτσι ηχεί, ώστε να επιστρέφει προς τον εαυτό της όλους τους θεούς. Αυτό και ο Σωκράτης μιμούμενος, εννοώ τον μυθικό ήχο ο οποίος απλώνεται σε όλα, όμοια με διακήρυξη προωθεί τον θεσμό της Αδράστειας σε όλες τις ψυχές. «Υπάρχει κι αυτός ο θεσμός της Αδράστειας, οποιαδήποτε τυχόν ψυχή αντικρίσει κάποιο από τα όντως Όντα, να μένει μακριά από τα πάθη μέχρι την επόμενη περίοδο - Θεσμὸς δὲ Ἀδραστείας ὅδε, ἥτις ἂν ψυχὴ κατίδῃ τι τῶν ἀληθῶν μέχρι τε τῆς ἑτέρας περιόδου εἶναι ἀπήμονα» λέγεται στον Πλατωνικό «Φαίδρο, 248.c», όχι μόνον αποτυπώνοντας τον ορφικό ήχο με αυτή την διακήρυξη, αλλά και αναφωνώντας αυτό περίπου σαν ύμνο της Αδράστειας. Γιατί καταρχάς θεσμό τον έχει αποκαλέσει και όχι νόμο, όπως ακριβώς έκανε με τον νόμο του Κρόνου και του Διός. Γιατί ο θεσμός συνδέεται με τον θεό και ταιριάζει περισσότερο στα νοητά, ενώ ο νόμος ο οποίος αποκαλύπτει τη νοητική διανομή [νέμω, διανέμω, ποιμένω - ποιμένας] είναι κατάλληλος για τους νοητικούς πατέρες. Δεύτερον, τον παρουσίασε ενιαία όταν είπε «ο εξής θεσμός της Αδράστειας - Θεσμός τε Ἀδραστείας ὅδε», και όχι έχοντας λάβει πλήθος, όπως ακριβώς μίλησε για τους νόμους της Ειμαρμένης ο Πλάτων στον «Τίμαιο». Και τρίτον, τον εξάπλωσε αυτόν σε όλα τα γένη των ψυχών και τον θεώρησε κοινό μέτρο της ευδαίμων και μακάριας ζωής τους και αληθινή φρούρηση της καθολικής απάθειας όσων μπορούν να μένουν ψηλά. Γιατί αυτό σημαίνει το «κι αν μάλιστα συνεχώς μπορέσει να πραγματοποιήσει το τελευταίο, τότε συνεχώς θα στέκει απείραχτη - Κἂν ἀεὶ τοῦτο δύνηται ποιεῖν, ἀεὶ ἀβλαβῆ εἶναι».
Ολόκληρη λοιπόν την άχραντη ζωή των θείων ψυχών και τη μακαριότητα των επιμέρους μέσα στον χρόνο αυτός ο θεσμός έχει συμπεριλάβει, και την πρώτη τη φρουρεί νοητά, ενώ την δεύτερη τη ρυθμίζει με τη θέαση των νοητών αγαθών.
Στην συνέχεια συνοπτικά ας πούμε ότι ο υπερουράνιος τόπος είναι η πρώτη τριάδα των νοητών και νοητικών ταυτόχρονα θεών, η οποία έχει τρείς ιδιότητες, «τὴν ἐκφαντορικήν, τὴν συναγωγόν και τὴν φρουρητικήν», και τα περιέχει όλα αυτά κατά τρόπο νοητό και «άγνωστο» [ασύλληπτο],  και συνδέει τα νοητικά με τα νοητά, προκαλώντας τις γόνιμες δυνάμεις και αποδεχόμενη μέσα της από τα νοητά παραδείγματα [υποδείγματα] όλο το πλήθος των ειδών. Και προβάλλει από την εκεί πηγαία κορυφή τον λειμώνα της και έδωσε υπόσταση από τον ένα Νου στις τρείς αρετές και «τελειοποίησε όλο τον εαυτό της με τα νοητά συνθήματα και δέχτηκε στον άρρητους κόλπους της ολόκληρο το νοητό φως - πᾶσαν δὲ ἑαυτὴν τοῖς νοητοῖς συνθήμασιν τελειώσασα καὶ τοῖς ἀφράστοις ἑαυτῆς κόλποις τὸ νοητὸν ὅλον φῶς ὑποδεξαμένη». Και μένει από την μια στην μυστικότητα των νοητών θεών και προοδεύει ταυτόχρονα και εμφανίζεται στους νοητικούς θεούς και τους επιστρέφει όλους και τους ανασύρει με τις άρρητες δυνάμεις τις οποίες «ἐνέσπειρεν» σε καθέναν ως εικόνα της δικής της ενότηταςΣε αυτήν και εμείς πρέπει να προσέλθουμε μυστικά, αφήνοντας «πᾶσαν μὲν τὴν γενεσιουργὸν ζωὴν καὶ τὴν σωματικὴν φύσιν», με την οποία «περιετειχισάμεθα» [έχουμε περιβληθεί ως τείχος], όταν είεθαμε εδώ, ανυψώνοντας μόνο την ίδια την κορυφή της ψυχής [τον νου«εἰς τὴν μετουσίαν τῆς ὅλης ἀληθείας καὶ τὴν ἀποπλήρωσιν τῆς νοητῆς τροφῆς» όπως λέγει ο Πρόκλος.
Μετά από αυτή την νοητή και άγνωστη [ασύλληπτη] τριάδα, η οποία είναι επικεφαλής όλων των νοητικών γενών, ας εξετάσουμε αυτή που συγκρατεί το σύνδεσμο αυτών νοητά και νοητικά ταυτόχρονα. Γιατί είναι ανάγκη, πριν από τον νου και τους νοητικούς θεούς να υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς εδώ τους θεούς η αιτία της συνοχής και εγκατεστημένη στο μέσο του νοητού – νοητικού Κόσμου να εξαπλώνεται σε όλα τα θεία πλήθη και σε όλα τα γένη των όντων και σε όλες τις διαιρέσεις του Κόσμου.
Ποιο λοιπόν θα είναι αυτό που θα συνέχει τα πράγματα πρωταρχικά ;;
Αν λοιπόν με την διανόησή μας υπερβούμε τις ψυχές και θεωρήσουμε [εξετάσουμε] αν ο νους, είτε ο μετεχόμενος [=εγκόσμιος νους της ψυχής του παντός, Διόνυσος], είτε ο αμέθεκτος και θείος [Ζευς - Διας], και, για να μιλήσουμε συνοπτικά, όλο μαζί το νοητικό γένος των θεών, είναι αυτό που πρωταρχικά δίνει συνοχή στα όντα, θα βρούμε και σε αυτόν κάθε λογής πλήθη και διαιρέσεις σε γένη και, όπως λέει ο Σωκράτης, «πολλά και μακάρια θεάματα και διεξόδους - πολλὰς καὶ μακαρίας θέας τε καὶ διεξόδους». Γιατί η διάκρηση των θείων και η ποικιλία των ειδών εμφανίζεται στους νοητικούς θεους, όπως και «οι μυθικοί ακρωτηριασμοί και οι γεννητικές δυνάμεις –αἱ μυθικαὶ τομαὶ καὶ αἱ γεννητικαὶ δυνάμεις». Πώς λοιπόν αυτό που πρωταρχικά συνδέει θα βρίσκεται εδώ, όπου λάμπει το γένος της διαίρεσης ;; Πως το νοητικό πλήθος δεν θα ανάγει σε μία άλλη ανώτερη αιτία τη συμμετοχή του στη δική του συνοχή ;; Γιατί είναι και αυτό που για πρώτη φορά δέχεται συνοχή, αφού είναι και αυτό που για πρώτη φορά διαμοιράζεται, καθώς αυτό που χρειάζεται τη συνοχή είναι αυτό που διαιρείται (γιατί το ίδιο το αδιαίρετο βρίσκεται υπεράνω από τη συνδετική ύπαρξη). Δεν είναι λοιπόν αυτό που πρωταρχικά συνδέει, γιατί αυτό που δέχεται τη σύνδεση, συνδέεται από κάποιο άλλο, το οποίο έχει πρωταρχικά τη δύναμη της σύνδεσης.
Είναι λοιπόν ανάγκη από όσα έχουμε πει, η συνεκτική των όντων βαθμίδα να είναι εγκατεστημένη πριν από τους νοητικούς θεούς. Αλλά η νοητή και απόκρυφη ύπαρξη χορηγεί την ενότητα σε όλα, επειδή έλαβε υπόσταση αμέσως μετά το Ένα και είναι αδιαίρετη και ενιαία η σύνδεση όμως είναι συγκέντρωση του πλήθους σε μία «ἀμέριστον κοινωνίαν». Για αυτό έχει λάβει υπόσταση κατώτερη από τα νοητά και ενιαία η πρωταρχική αιτία της σύνδεσης. Αλλά η συνδετική δύναμη των νοητών – νοητικών μιμείται την ενοποιητική δύναμη των νοητών. Γιατί εκεί οι τρεις τριαδικές μονάδες ήταν ενώσεις των πάντων, αλλά η μια υπερέχοντας, η άλλη ως το ενδιάμεσο κέντρο και η τρίτη επιστρέφοντας. Στην περιοχή των νοητών-νοητικών αυτές οι τρεις τριάδες είναι κατώτερες από εκείνες ενώσεις και συνδεδεμένες με το πλήθος. Για αυτό «ἡ μέν ἐστι συναγωγὸς τριάς, ἡ δὲ συνεκτικὴ τοῦ πλήθους, ἡ δὲ τελεσιουργός». Γιατί αυτό που συγκεντρώνει και αυτό που συνδέεται και αυτό που τελειοποιείται είναι το πλήθος. Είτε λοιπόν υπάρχει νοητικό πλήθος, είτε υπερκόσμιο, είτε εγκόσμιο, είτε οποιοδήποτε, με αυτές τις τρείς τριάδες και συγκεντρώνεται και συνδέεται και τελειοποιείται. Και όταν συγκεντρώνεται, ανέρχεται στην ένωση των νοητών και εδραιώνεται σταθερά σε αυτήν, και, όταν συνδέεται, μένει αχώριστο και αδιασκόρπιστο κατά τις γεννήσεις, και, όταν τελειοποιείται, συμπληρώνεται από όλα τα δικά του μέρη ή τις δικές του δυνάμεις.
Εκεί, εξάλλου, πρέπει τα όντα, τα οποία και μένουν σταθερά και προοδεύουν και επιστρέφουν, να απολαμβάνουν αυτή την τριπλή πρόνοια, τρεις είναι οι συγκεντρωτικές μονάδες, τρεις οι συνδετικές και τρεις οι τελειοποιητικές. Και δεν υποστηρίζουμε αυτό, ότι δηλαδή λόγω του αγαθού των κατώτερων τα πρώτα κατά αυτόν τον τρόπο έχουν διαμοιραστεί και τόσες βαθμίδες και δυνάμεις παρουσίασαν. Αλλά εκείνα πάντοτε ξεκινούν τα αγαθά για τα υποδεέστερα τους κι εμείς από τα υποβιβασμένα ανατρέχουμε στις αιτίες των πάντων. Οι νοητές -νοητικές λοιπόν τριάδες τριαδικά τελειοποιούν τα πράγματα και πάντοτε τα συνδέουν και τα συγκεντρώνουν σε ένωση. Οι νοητές όμως μονάδες αδιαίρετα και ενιαία τις σταθερότητές τους και τις προόδους τους και τις επιστροφές του γεννούν.
Αλλά ας αναφερθούμε στην συνεκτική τριάδα τώρα. Αυτή λοιπόν ουράνια περιφορά ο Σωκράτης στον «Φαίδρο» την αποκαλεί, επειδή κατέχει το ενδιάμεσο κέντρο της ζωής που είναι αμέθεκτο και είναι το ίδιο το πιο ζωτικό σημείο της ζωή, αποκαλώντας την «περιφορά», επειδή περικλείει κυκλικά και από παντού όλες τις άλλες ζωές και τις νοήσεις (για αυτό και οι ψυχές αναγόμενες σε αυτήν τελειοποιούνται με βάση τη νόηση και συνδέονται με τα νοητά θεάματα. Αλλά η περιφορά του ουρανού μένει πάντοτε η ίδια, γιατί είναι αιώνια και όλη [καθολική] και μια και ενωμένη νόηση. Η περιφορά όμως των ψυχών «διὰ χρόνου γίγνεται» και έχει υπόσταση πιο μερική και «οὐκ ἀθρόα τῶν νοητῶν ἐστι περίληψις». Περιφέρονται λοιπόν κυκλικά και επανέρχονται, ενώ η ουράνια περιφορά παραμένει διαρκώς η ίδια). Επειδή εξάλλου συμπληρώνει τον σύνδεσμο των νοητών – νοητικών θεών και διατηρεί τη συνοχή όλων των Κόσμων, οι οποίοι μένουν σταθεροί, προοδεύουν και επιστρέφουν, την ονομάζει ουράνια.Γιατί και ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 58.a» λέει ότι αυτός ο ουρανός «σφίγγει» από παντού και συνδέει τα στοιχεία που υπάγονται σε αυτόν και ότι για αυτό λοιπόν «δεν αφήνει το παραμικρό κενό χώρο - οὐδεμίαν χώραν κενὴν». Όπως ακριβώς λοιπόν ο ορατός ουρανός είναι συνδετικώς όλων όσων βρίσκονται κάτω από αυτών και αίτιος της συνοχής και της ομοιοπάθειας τους (γιατί η διείσδυση του κενού εμποδίζει τη συνοχή και αυτή η αναίρεση της συνοχής διακόπτει την ομοιοπάθεια των σωμάτων), έτσι λοιπόν και ο νοητικός εκείνος ουρανός όλα τα πλήθη των όντων τα συνδέει «εἰς τὴν ἀμέριστον κοινωνίαν» της συνοχής εκπέμποντας σε καθένα το φως του μεριδίου που του αναλογεί. Γιατί διαφορετικά μετέχει ο νους στην συνδετική αιτία, διαφορετικά η φύση της ψυχής και διαφορετικά η σωματική σύσταση. Γιατί λόγω της κορυφαίας μετουσίας [συμμετοχής] του στην συνοχή ο νους είναι αδιαίρετος, λόγω των κατωτέρων όρων της μεθέξεως η ψυχή είναι διαιρεμένη και αδιαίρετη σε ένα μείγμα, και λόγω του κατώτατου υποβιβασμού και τα σώματα, αν και έχουν διαιρεμένη της υπόστασή τους, παραμένουν όμως συνδεδεμένα και δε χάνονται σκορπισμένα ούτε υποφέρουν την δική τους διαίρεση και αδυναμία.
Όλη λοιπόν η συνδετική τριάδα ουρανός αποκαλείται με βάση τις υπάρξεις της, ενώ η έκταση της ζωής που είναι στρωμένη κάτω από αυτόν αποκαλείται «περιφορά». Γιατί και στα ορατά η περίοδος του ουρανού είναι κίνηση και κάτι σαν ζωή του σώματος.
Αν όμως και την τριαδικότητά της να βρούμε εκ των κειμένων, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το μέθοδο της αναλογίας. Επειδή λοιπόν και ο ίδιος ο Πλάτων αποκαλεί άλλο «θόλο του ουρανού – νῶτον τοῦ οὐρανοῦ» και άλλο βάθος, είναι πασιφανές ότι το τρίτο θα είναι η «οὐράνιος ἁψίς». Γιατί εκείνη που βρίσκεται αμέσως κάτω από αυτή την έχει αποκαλέσει «ὑπουράνιον ἁψῖδα». Όπως δηλαδή ακριβώς λέμε ότι ο υπερουράνιος τόπος είναι εγκατεστημένος πάνω από τον «θόλο», έτσι θα δεχτούμε ότι και η υπουράνια αψίδα διαδέχεται την ουράνια αψίδα. Γιατί τελειώνει ο ουρανός από πάνω από τον θόλο και από κάτω με την αψίδα. Και περιέχεται από τον υπερουράνιο τόπο και περιέχει ο ίδιος την υπουράνια αψίδα. Είναι λοιπόν από αυτά φανερό ότι εμφανίζεται σε εμάς ως τριαδικός, στον θόλο συνδέοντας τα πάντα με την ενιαία απλότητα, ολοκληρώνοντας στην αψίδα ολόκληρη την τριάδα και στο βάθος προοδεύοντας ο ίδιος προς τον εαυτό του και δίνοντας υπόσταση στην ενδιάμεση έκταση της συνοχής.
Ο θόλος λοιπόν ολόκληρης της ουράνιας βαθμίδας είναι νοητή θεότητα, η οποία από εκεί έλαβε την επωνυμία όπως λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 34.b» (νοητή όμως όπως ταιριάζει μέσα στην συνδετική τριάδα), και η οποία σφίγγει απέξω και συνδέει ολόκληρη τη βασιλεία του Ουρανού και εκπέμπει σε όλους τους θεούς το φως της ενιαίας και απλής συγκέντρωσης των κατωτέρων, και γεμίζει από ψηλά με την νοητή ένωση. Για αυτό λοιπόν οι θείες ψυχές, αφού «διὰ παντὸς ἀναχθεῖσαι τοῦ οὐρανίου βάθους», «στέκονται πάνω στον θόλο του ουρανού, κι αφού τις τοποθετήσει εκεί, τις οδηγεί η περιφορά, και έτσι θέωνται τον αποκαλούμενο υπερουράνιο τόπο -ἵστανται μὲν ἐπὶ τοῦ νώτου, στάσας δὲ αὐτὰς περιάγει ἡ περιφορά, καὶ οὕτω δὴ θεῶνται τὸν ὑπερουράνιον καλούμενον τόπον» όπως λέγει ο Πλάτων στον «Φαίδρο». Η στάση, λοιπόν, «ἵδρυσίς ἐστι τῶν ψυχῶν ἐν τῇ νοητῇ τοῦ οὐρανοῦ περιωπῇ [παρατηρητήριο]», η οποία «ταὐτότητα καὶ ἄχραντον δύναμιν καὶ ἀκλινῆ νόησιν» χορηγεί στις ψυχές. Και η «περιαγωγὴ»[περιφορά] είναι μετάληψη ακμαίας ζωής και «ἐνεργείας ὀξυτάτης». Και η κοινή παρουσία και αυτών των δύο «τὴν μόνιμον ἐνέργειαν καὶ τὴν ἠρεμαίαν κίνησιν καὶ τὴν σταθερὰν νόησιν περιλαμβάνει τῶν νοητῶν».
Το «βάθος τὸ οὐράνιον» είναι η ενιαία σύνδεση ολόκληρης της τριάδας και η ενδιάμεση θεότητα που συνδέει ολόκληρο τον ουράνιο Κόσμου, προερχόμενη από τη νοητή συγκέντρωση και καταλήγοντας στην ουράνια αψίδα η οποία οριοθετεί το τέλος ολοκλήρου του ουρανού. Μια λοιπόν συνοχή και ένωση ολόκληρης αυτής της τριάδας και αδιαίρετη πρόοδος από τον θόλο μέχρι και την αψίδα υπάρχει λόγω αυτής της ενδιάμεσης θεότητας που είναι συνδεδεμένη και με τα δυο άκρα, και αποκαλύπτει το συνδετικό πλήθος, λαμβάνοντας πέρας σε καθένα από τα δύο άκρα, από πάνω από αυτό που την περιέχει και από κάτω από αυτό που περατώνει την πρόοδό της.
Τέλος, λοιπόν, η ουράνια αψίδα είναι το κατώτατο πέρας της τριάδας και ο νους που υπάρχει μέσα σε αυτήν, ο οποίος πληρείται από τη ζωή, ενοποιείται από το νοητό και επιστρέφει ολόκληρη την τριάδα προς την αρχή, επειδή και η αψίδα συμβαίνει να είναι όμοια με τον θόλο του ουρανού, αν και ως προς την έκταση είναι μικρότερη. Λόγω λοιπόν της υποβάθμισης έχει γίνει πιο μικρή και λόγω της ομοιότητας έχει επιστρέψει προς την ουράνια κορυφή. Και αυτός είναι ο ουράνιος νους ο οποίος δίνει συνοχή στην υπουράνια αψίδα, όντας αμέσως πάνω από αυτήν. Για αυτό καθένα από τα δύο αποκαλείται αψίδα, το πέρας της συνδετικής τριάδας και το νοητικό πέρας των νοητών – νοητικών θεών.
Όλη λοιπόν η συνδετική τριάδα μία τέτοια διαίρεση έλαβε, τον θόλο ως νοητό, το βάθος ως ζωή και την αψίδα ως νου. Όλη μαζί είναι μια και συνεχής, επειδή αυτή που συνδέει όλα τα άλλα θα έπρεπε πολύ περισσότερο να δίνει συνοχή στον εαυτό της. Γιατί κάθε ιδιότητα των θεών αρχίζει από τον εαυτό της την ενέργεια. Η συγκεντρωτική, στηρίζει τον εαυτό της στην κορυφαία ένωση, αυτή που επιστρέφει τα πάντα επιστρέφει τον εαυτό της στην αρχή και η άχραντη διατηρεί τον εαυτό της καθαρό από την ύλη πριν από όλα τα άλλα. Και η συνδετική λοιπόν πριν από όσα μετέχουν σε αυτή συνδέει τον εαυτό της νοητά και νοητικά και λόγω αυτής της συνοχής εμφανίζεται μια και συνεχής η φύση του ουρανού. Γιατί ολόκληρη η τριάδα στον εαυτό της μαζεύεται  και τη δική της ολότητα τη διατηρεί ενωμένη και ομοιότατη ως προς τη φύση της με τον εαυτό της. Και αμέσως μετά η αψίδα συνδέει και «σφίγγει» από παντού όλα τα νοητικά. Και πριν από αυτή το ουράνιο βάθος (το οποίο συμπεριλαμβάνει και την αψίδα) συνδέει όλους τους Κόσμους. Και πριν από αυτά ο ουράνιος θόλος με βάση τη μία συγκέντρωση απλότητας περιλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο ολόκληρη την ίδια την ουράνια βασιλεία και όλα όσα βρίσκονται κάτω από αυτήν, και με τη συνδετική δύναμη και ύπαρξη τα συνδέει μεταξύ τους.
Αλλά και στην περίπτωση των ορατών η κοίλη περιφέρεια του ουρανού «σφίγγει» τα στοιχεία και δεν τα αφήνει να διασκορπιστούν και να αφανιστούν οδηγημένα σε κάθε κατεύθυνση αόριστα. Πριν από αυτήν ο ουράνιος όγκος στηρίζει τα πάντα προς το μέσον και την συμπιέζει και «κενὴν οὐδεμίαν ἀπολείπει χώραν» όπως λέγει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 58.a». Μια συγκέντρωση δηλ. των πάντων είναι ο θόλος του ουρανού, ο οποίος είναι για τον ουρανό αίτιο της ομοιότητας και για τα στοιχεία αίτιο της σύνδεσής τους με τον ουρανό. Γιατί η «λεία καὶ ὁμαλὴς τοῦ νώτου φύσις», όπως λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, », όλο τον ουρανό τον κάνει όμοιο με τον εαυτό του και αυτά που περιέχουν τα κάνει πάντοτε συνεκτικά όσων περιέχονται από αυτά.
Πρέπει λοιπόν να μεταθέσουμε από τα ορατά την ομοιότητα στον πατέρα των νοητικών θεών, στον Ουρανό, και να εξετάσουμε πως άραγε και εκείνος είναι ένας και τριπλός, καθώς από επάνω και από κάτω έχει το νοητό και τον νου και στη μέση την ζωή, την οποία, επειδή είναι αιτία των προόδων και των επεκτάσεων και των δυνάμεων της γέννησης, δικαιολογημένα τοποθετείτε στην έκταση και στο βάθος, αφού και ο ίδιος ο Πλάτων αποκαλεί κορυφή τον θόλο : καθώς «οι ψυχές, αυτές που ονομάζονται αθάνατες, όταν φτάσουν στην κορυφή, αφού προχωρήσουν προς τα έξω, στέκονται πάνω στον θόλο του ουρανού -Αἱ μὲν γὰρ ἀθάνατοι καλούμεναι, ἡνίκ᾽ ἂν πρὸς ἄκρῳ γένωνται, ἔξω πορευθεῖσαι ἔστησαν ἐπὶ τῷ τοῦ οὐρανοῦ νώτῳ». Και «κορυφή – ἀκρότητα» λοιπόν «τῆς οὐρανίας διακοσμήσεως καὶ τὸ ἔξω προσαγορεύει τὸ τοῦ οὐρανοῦ νῶτον [θόλο]», τα οποία βέβαια είναι ιδιαιτέρως ξεχωριστά χαρακτηριστικά του πρώτου από τους θεούς που συνδέουν. Γιατί «αυτός που συνδέει τους πάντες με την ενιαία κορυφή της δικής του υπάρξεως - Πάντας γὰρ συνέχων τῇ ἑαυτοῦ μιᾷ τῆς ὑπάρξεως ἀκρότητι», σύμφωνα με την παράδοση των Ελλήνων, «ο ίδιος ολόκληρος υπάρχει από έξω -αὐτὸς πᾶς ἔξω ὑπάρχει» και είναι ενωμένος με τον υπερουράνιο τόπο και την «ἄφραστον ἐκείνου δύναμιν», καθώς περιλαμβάνεται από παντού μέσε σε εκείνον και «κλείσας» τον εαυτό του «ἐν τῇ μονοειδεῖ τῶν νοητῶν περιοχῇ». Γιατί τι διαφέρει να πούμε ότι έχει κλειστεί «ἐν τῇ νοητῇ περιωπῃ» ο πρώτος από τους συνεκτικούς θεούς από το να πούμε ότι αυτός περιέχεται στον υπερουράνιο τόπο αμέσως κάτω από αυτόν, τόπος ο οποίος είναι νοητός εξαπλωμένος μέσα στα νοητικά. Και αν το «έξω» είναι το πρώτο, τότε η «κορυφή -ἄκρον» και θα έχει συνταχθεί με τα υπόλοιπα και θα είναι ανεξάρτητη από αυτά. Και αν ο πρώτος είναι τέτοιος, «ἱδρυμένος» δηλαδή στην νοητή κορυφή και εκπέμποντας στους άλλους θεούς το φώς της επαφής με το νοητό και τους πατρικούς κόλπους, πρέπει βέβαια να υπάρχει και ο ενδιάμεσος και ο τελευταίος, ο «μὲν κατὰ τὸ βάθος τὸ οὐράνιον, ὸ δὲ κατὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συμπάσης περιφορᾶς». Αν όμως ο Πλάτων έδωσε υπόσταση σε μια και συνεχή των όλων περιφορά, πρέπει να το αποδώσουμε στην ιδιαιτερότητα αυτής της βαθμίδας. Γιατί καθώς είναι συνεκτική «τῶν ὅλων διακόσμων» και, πριν από τα υπόλοιπα, και του εαυτού της, και κάτι σαν κέντρο και σύνδεσμος των θεϊκών γενών, τον εαυτό της πρώτα συνδέει και συγκρατεί και τον αναβιβάζει στην μία ενιαία ζωή. Ένας λοιπόν και ταυτόχρονα τριπλός είναι ο Ουρανός, και αυτός και στις τρείς μονάδες προοδεύει, καθώς είναι αφανής και φανερός και το ενδιάμεσο αυτών των δύο, και καθώς μιμείται τους νοητούς θεούς, οι οποίοι υποβιβάστηκαν σε νοητές τριάδες.
Αν θέλει κάποιος να δει την ιδιότητα αυτής της βαθμίδας ας εξετάσει τα όσα ο Πλάτων γράφει στον «Κρατύλο», πρώτη απόδειξη για την συνοχή που βρίσκεται «καθιδρυμένης» [εγκατεστημένη] στον μέσον ας έχει κατά νου το ότι δηλαδή έχει παραδοθεί διπλή η σχέση της, μία προς τα νοητά και μία προς τα νοητικά. Γιατί λέγεται στον «Κρατύλο, 396.b – c» ότι «ὁρᾶν τὰ ἄνω» – δηλαδή τον υπερουράνιο τόπο που είναι νοητός -  και ότι «τὸν καθαρὸν νοῦν ἀπογεννᾶν» – εννοώντας ότι απογεννά τον Κρόνο που είναι η κορυφή τον νοητικών θεών.
Είναι λοιπόν η νόηση των νοητών και το αντικείμενο της νόησης των νοητικών, γιατί το αίτιο του νοός έχει λάβει υπόσταση πριν από την νοητική ουσία. Και αυτά τα δύο μαζί κυρίως συμπληρώνουν τον ενδιάμεσο Κόσμο μεταξύ νοητών και νοητικών. Γιατί η «συναγωγὸς» [συγκεντρωτική] βαθμίδα,  η οποία «ὁρῶσα τὰ νοητά», είναι ενωμένη με τα νοητά, δεν δίνει όμως πρώτη υπόσταση στον θείο νου. Και η «τελεσιουργός» [τελειοποιητική] βαθμίδα, η ο οποία παράγει μαζί με την ενδιάμεση τα νοητικά, κατανοεί την αμέσως προηγούμενή της ουράνια βαθμίδα και ότι τα νοητά πριν από τον Ουρανό. Μόνο αυτή όμως, καθώς κατέλαβε το νοητό-νοητικό κέντρο, εξαπλώνεται και στα δύο, και, ενώ κατανοεί νοητικά τα νοητά, είναι νοητά η αιτία των νοητικών. Επειδή η σχέση με τα αίτια προηγείται μέσα σε αυτήν από την δύναμη που γεννά τα νοητικά, από εκείνη ξεκινώντας ο Πλάτων στον «Κρατύλο, 396.b – c» παραδίδει και τη δεύτερη ως εξαρτημένη από εκείνη : «Η όψη εξάλλου που ορά προς τα επάνω σωστά αποκαλείται με αυτό το όνομα, ουράνια, καθώς ορά τα επάνω – Η δὲ αὖ εἰς τὰ ἄνω ὄψις καλῶς ἔχει τοῦτο τὸ ὄνομα καλεῖσθαι, οὐρανία, ὁρῶσα τὰ ἄνω». Αυτό λοιπόν μας έχει προσδιορίσει πλήρως την ανώτερη σχέση «του συνεκτικού Κόσμου – τῆς συνοχικῆς διακοσμήσεως», καθώς αυτή ως νοητική τη συνέδεσε με τα νοητά και ως «θέα – ὄψις» σε σχέση με τα ορατά αλλά όμως και τον εαυτό της κατανοεί και μέσα στον εαυτό της υπάρχει νοητό, αλλά και το νοητό της σε σχέση με το πρωταρχικό νοητό έλαβε χαρακτήρα. Και αυτό που ακολουθεί υποδεικνύει τη σχέση αυτής της ίδιας της ενδιάμεσης βαθμίδας με τα νοητικά : «Από εκεί λένε Ερμογένη, όσοι ασχολούνται με τα μετέωρα, ότι ο καθαρός νους προέρχεται, ώστε και για τον ουρανό σωστό είναι το όνομα - Οθεν δὴ καὶ φασίν, ὦ Ἑρμόγενες, τὸν καθαρὸν νοῦν παραγίγνεσθαι οἱ μετεωρολόγοι καὶ τούτῳ ὀρθῶς τὸ ὄνομα κεῖσθαι» λέγει στον «Κρατύλο, 396.c». Ο Κόσμος λοιπόν του ουρανού έχει εξαπλωθεί στο ενδιάμεσο των ενδιάμεσων νοητικών – νοητών θεών, έχοντας συμπεριλάβει σε μια αδιαίρετη συνοχή το νοητό και το νοητικό μαζί και έχοντας τις ίδιες σχέσεις και με τα δύο και απέχοντας εξίσου από τα πρώτα νοητικά και από τα ενιαία νοητά. Για αυτό λέγεται ότι «τὰ ἄνω νοεῖν» και ότι έτσι «παράγειν τὸν νοῦν».
Αυτό λοιπόν αφού λάβουμε πρώτα από τα Πλατωνικά κείμενα, μετά από αυτό ας κατανοήσουμε ότι, ενώ είναι τριπλή η ουράνια βαθμίδα και αυτή όλη και κατανοεί τα νοητά και παράγει τα νοητικά, η πρώτη μονάδα ιδιαίτερα κατανοεί τα νοητά – γιατί αναμειγνύεται με τα νοητά και γνωρίζει τον νοητό νου και είναι ενωμένη με τα προηγούμενά της και είναι μέσα στα διαιρεμένα αδιαίρετη, έχοντας εξαπλωθεί από ψηλά μέσα στη νοητή απλότητα. Και η τρίτη είναι κυρίως αυτή που γεννά τα νοητικά, επειδή είναι και ο νους όλης της συνεκτικής τριάδος, και στους ορφικούς είναι ο λεγόμενος «τρίτος Οὐρανός, ὁ τοῦ Κρόνου πατήρ» κατά πως αναφέρεται στο απόσπασμα Νο. 107. Και η ενδιάμεση παράγει μαζί με την τρίτη «τὸν νοερὸν διάκοσμον τῶν θεῶν», και συνδέεται μαζί με την πρώτη με τα νοητά, και πληρείται με την τρίτη με τις δυνάμεις της γέννησης.
Βλέπουμε λοιπόν πως ο Πλάτων μέσω της ιδιότητας των άκρων μας αποκάλυψε ολόκληρη «τὴν οὐρανίαν διακόσμησιν» [τον ουράνιο Κόσμο], συνδέοντας την νοητή της ύπαρξη με τα νοητά και την νοητική της με τα νοητικά, και πρόσφερε σε μας τη δυνατότητα με τον συλλογισμό να ανακαλύψουμε την ενδιάμεση αυτών των δύο η οποία προήλθε με βάση την κοινή ιδιότητα των δυο. Γιατί αυτό συμπεραίνουμε από όσα έχουμε πει, το ουράνιο φως είναι ενωμένο με τον φως των νοητών. Γιατί η «θέα – ὄψις» δεν είναι τίποτα άλλο παρά φώς. Μέσω του φωτός του λοιπόν και της θείας κορυφής είναι ενωμένος με τα πρώτα ο ενδιάμεσος Κόσμος, ενώ μέσω της νοητικής φύσης και του τέλους της όλης τριάδος «ἀπογεννᾷ τὸν νοῦν καὶ πᾶσαν τὴν ἄχραντον θεότητα τῶν νοερῶν». Γιατί δεν παράγει μόνον τον νου, αλλά μαζί και την καθαρότητά του, γιατί και ο Πλάτων λέει «Από εκεί λένε, Ερμογένη, ότι προέρχεται ο καθαρός νους Οθεν δὴ καὶ φασίν, ὦ Ἑρμόγενες, τὸν καθαρὸν νοῦν παραγίγνεσθαι». Η ουράνια λοιπόν βαθμίδα είναι η πρωταρχική αιτία της νοητικής υπάρξεως και της άχραντης δύναμης. Και αν πρέπει η καθαρότητα να μην υπάρχει συμπτωματικά στον νου, θεότητα είναι αυτή που χορηγεί την εξηρημένη από τα κατώτερα και την αναλλοίωτη δύναμη, την οποία ο μέγιστος Ουρανός παράγοντάς τη μαζί με τον νου, δίνει υπόσταση ταυτόχρονα και στους άχραντους θεούς και στους νοητικούς πατέρες.
Απομένει λοιπόν να εξετάσουμε την «ὑπουράνιον ἁψῖδα» και την ιδιότητα των θεών σε αυτήν, ακολουθώντας σαφώς τον Πλατωνικό «Φαίδρο». Θα εξακολουθήσουμε λοιπόν τον Πλάτωνα, ο οποίος διαχωρίζει αυτούς τους τρείς Κόσμους, «τὸν ὑπερουράνιον τόπον, τὴν οὐρανίαν περιφοράν και τὴν ὑπουράνιον ἁψῖδα» και μετά από τον Πλάτωνα θα ακολουθήσουμε όσους παρακολούθησαν από κοντά και με ένθεο τρόπο τη θεωρία εκείνου. Δεν θα παραλείψουμε λοιπόν τον «ἡμέτερον καθηγεμόνα μας», τον Πρόκλο, «τὸν ὡς ἀληθῶς Βάκχον», ο οποίος με ένθεο τρόπο «τὴν ὑπουράνιον ἁψῖδα διαστέλλουσι τῆς οὐρανίας διακοσμήσεως». Έτσι λοιπόν αυτόν ακολουθώντας θα αναφέρουμε ότι διαχωρίζεται η «ὑπουρανίαν ἁψῖδα τῆς οὐρανίας περιφορᾶς».
Αφού λοιπόν ο ουρανός, ο οποίος είναι ένα και τριπλός, έλαβε τη συνεκτική βαθμίδα, και την κορυφή των νοητών και νοητικών ταυτόχρονα θεών την έλαβε ο υπερουράνιος τόπος, είναι ανάγκη βέβαια και η υπουράνια αψίδα να ολοκληρώνει το τέλος της ενδιάμεσης προόδου των θεών και να κλείνει όλον αυτόν τον Κόσμο και να την επιστρέφει προς την αρχή, και να δέχεται βαθμίδα ανώτερη από τον ουρανό και να συσπειρώνει την τριάδα στην κορυφαία ένωση. Και να είναι συνδεδεμένη με μια φυσική ομοιότητα με τα ενδιάμεσα γένη και να υπάρχει πριν από τους νοητικούς θεούς. Γιατί εκείνοι διαχώρισαν τη δική τους βασιλεία από την ουράνια δύναμη, ενώ η υπουράνια αψίδα είναι ενωμένη με τον ουρανό και περιέχεται μέσα στον ουράνιο Κόσμο. Για αυτό και ονομάζεται και υπουράνια. Καθώς λοιπόν συνδέθηκε  με την ουράνια περιφορά  και έλαβε υπόσταση αμέσως κάτω από αυτήν, επιστρέφει όλα τα κατώτερα προς τα νοητά και τα τελειοποιεί ως κορυφή των νοητικών. Γιατί, καθώς οι νοητικοί θεοί γεννήθηκαν με βάση την επιστροφή και συσπειρώνονται στον εαυτό τους σε μια σφαιρική ένωση, έπρεπε αμέσως πριν από αυτούς να έχει εγκαθιδρυθεί η τελειοποιητική ηγεσία.
Δικαιολογημένα λοιπόν έθεσε την υπουράνια αψίδα πριν από όλους τους νοητικούς ως Κόσμο που επιστρέφει και τελειοποιεί όλα τα κατώτερα θεία γένη.
Και για αυτό ο Πλάτωνας τους θεούς που ακολουθούν τον Δία και τους δαίμονες τους βάζει να ανέβουν σε αυτή την αψίδα, και μέσω αυτής στον ουρανό και στον υπερουράνιο τόπο : «Όταν μάλιστα κατευθύνονται σε γεύμα και συμπόσιο, προχωρούν από ανηφορικό δρόμο στην υψηλότερη αψίδα κάτω από τον ουρανό - Ὅταν δὲ δὴ πρὸς δαῖτά τε καὶ θοίνην ἴωσιν, ἄκραν ἐπὶ τὴν ὑπουρανίαν ἁψῖδα πορεύονται πρὸς ἄναντες» λέγει ο Πλάτων στον «Φαίδρο». «Από αυτή λοιπόν τελειοποιούνται και λαμβάνουν συμμετοχή στην περιφορά του ουρανού και ανεβαίνουν στον νοητό - Διὰ ταύτης ἄρα τελειοῦνται καὶ τῆς τοῦ οὐρανοῦ μεταλαγχάνουσι περιφορᾶς καὶ ἐπὶ τὸ νοητὸν ἀνατείνονται» λέγει ο Πλάτων. Γιατί το νοητό είναι αυτό που τρέφει και συμπληρώνει τα πάντα. Η «τελεσιουργὸς» [τελειοποιητική] λοιπόν βαθμίδα, εδραιωμένη κάτω από την ίδια τη συνεκτική βαθμίδα, τελειοποιεί όλα όσα ανεβαίνουν προς το νοητό, διευρύνει τις ψυχές για την υποδοχή των θείων αγαθών, φέγγει το νοητικό φως και συμπεριλαμβάνοντας στους «κόλπους» της όλα τα κατώτερα γένη των θεών τα τοποθετεί μέσα στην συνεκτική των πάντων «περιφορά» – Υπ᾽ αὐτὴν τοίνυν τὴν συνεκτικὴν τάξιν ἡ τελεσιουργὸς ἱδρυθεῖσα τελεῖ μὲν τὰ ἀνιόντα πάντα πρὸς τὸ νοητόν, εὐρύνει δὲ τὰς ψυχὰς εἰς ὑποδοχὴν τῶν θείων ἀγαθῶν, ἐλλάμπει δὲ τὸ νοερὸν φῶς, τοῖς δὲ ἑαυτῆς κόλποις περιλαβοῦσα τὰ δεύτερα γένη τῶν θεῶν ἐντίθησι πάντα τῇ συνεκτικῇ τῶν ὅλων περιφορᾷ λέγει ο Πρόκλος.
Για αυτό λοιπόν και ο Σωκράτης στον «Φαίδρο» λέει ότι οι ψυχές που μαζί με τους δώδεκα θεούς ανεβαίνουν στο νοητό κάλλος «παίρνουν μέρος στις πιο μακάριες τελετές και ότι από αυτή την τελετή προχωρούν στη μύηση και αντικρίζουν τα άρρητα τελεῖσθαί φησι τὴν τῶν τελετῶν μακαριωτάτην καὶ διὰ τῆς τελετῆς ταύτης μυεῖσθαι καὶ ἐποπτεύειν τὰ ἄρρητα». Εκεί λοιπόν βρίσκεται η τελετή των θεών, εκεί και τα «πρώτιστα μυστήρια». Και έχοντας κατά νου αυτά δεν είναι καθόλου περίεργο που ο Πλάτων αποκαλεί τους θεούς «τελετάρχας».
Καθώς λοιπόν η τελετή είναι μια και τριπλή (γιατί οι «τελεσιουργοὶ θεοι» έχουν διαχωριστεί σύμφωνα με τους συνεκτικούς) τη μία ένωση της έχει αποκαλέσει «ὑπουράνιον ἁψῖδα», όπως ακριβώς έχει αποκαλέσει «οὐρανὸν» την «συνεκτικήν» ένωση. Υποδεικνύει και το «ἐν ταύτῃ βάθος καὶ τὴν ὕφεσιν [υποβιβασμό]», τοποθετώντας κορυφή σε αυτήν και πορεία ανηφορική προς την κορυφή της αψίδας.
Όπως ακριβώς και στον προηγούμενο της Κόσμο τοποθετούμε το νοητό στην Κορυφή, το ζωτικό στο βάθος και το νοητικό στο τέλος, το οποίο αφορίζει [οριοθετεί] ολόκληρη την «οὐρανίαν περιφοράν», έτσι και σε αυτή την «τελεσιουργῳ» [τελειοποιητική] βαθμίδα το νοητό θα το θεωρήσουμε κορυφή της αψίδας, κορυφή η οποία έτσι ονομάζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τον «θόλο του ουρανού  - νώτῳ τοῦ οὐρανοῦ», αφού αυτά αντιστοιχούνε μεταξύ τους, το βάθος με παρόμοιο τρόπο με την ζωή, μέσω της οποίας «αἱ ψυχαὶ πορεύονται πρὸς τὴν ἀκρότητα[κορυφή]», και το «τέλος – πέρας», το οποίο κλείνει ολόκληρη την αψίδα, κατά όμοιο τρόπο με τον νου. Και όλη αυτή την βαθμίδα θα τη χωρίσουμε με ανάλογο τρόπο με αυτή που είναι ενωμένη από πάνω της, γιατί κάτω από ολόκληρη τη συνεκτική τριάδα είναι απλωμένος ο «τελεσιουργὸς θεὸς». Και ο πρώτος θεός αυτής της τριάδας είναι ο χορηγός της σταθερής τελειότητας των θεών, «ἑδράζων ἐν ἑαυτοῖς πάντας καὶ πρὸς ἑαυτοὺς ἑνίζων» [εδραιώνει όλους μέσα στον εαυτό τους και τους  συνδέει με τον εαυτό τους], ενώ ο δεύτερος θεός ξεκινά την τελειοποίηση που γεννά τα πάντα διεγείροντας τα προηγούμενα ως προς την ουσία στη φροντίδα των κατώτερων [τῶν ὅλων προκατάρχει τελειώσεως εἰς τὴν τῶν δευτέρων προμήθειαν ἀνεγείρων τὰ κατ᾽ οὐσίαν προηγούμενα], και ο τρίτος «εἰς τὰς αἰτίας ἐπιστροφῆς ἐστιν ἡγεμὼν συνελίσσων πᾶν τὸ προϊὸν εἰς τὴν οἰκείαν ἀρχήν». Λόγω αυτής της τριάδας λοιπόν «πᾶν τὸ τέλειον αὔταρκές ἐστι» και «ἐν ἑαυτῷ ὑφέστηκεν» [έχει λάβει υπόσταση μέσα στον εαυτό του], και «πᾶν τὸ γεννῶν τέλειόν ἐστι καὶ ἀκμάζον γεννᾷ», και καθετί που επιθυμεί τον εαυτό του [πᾶν τὸ ἐφιέμενον τῆς οἰκείας ἀρχῆς] συνδέεται «διὰ τῆς ἑαυτοῦ τελειότητος πρὸς αὐτήν».
Είτε λοιπόν πάρεις κανείς την δύναμη της Φύσης η οποία τελειοποιεί όσα ανήκουν στον Κόσμο του «γίγνεσθαι», είτε πάρεις «τῆς ψυχῆς τὸν τέλειον ἀριθμὸν τῶν ἀποκαταστάσεων», είτε «τοῦ νοῦ τὴν ἐν ἑνὶ κατ᾽ ἐνέργειαν ἑστῶσαν τελειότητα» [την τελειότητα του νοός η οποίας παραμένει μέσα σε ένα κατ' ενέργεια], όλα αυτά έχουν εξαρτηθεί από τη μία τελειότητα των θεών και με εκείνη σχετιζόμενα, άλλα μεγαλύτερη και άλλα μικρότερα «τῆς τελείας ὑπάρξεως μοῖραν ἔλαχεν». Και κάθε τελειότητα από εκεί προέρχεται. Τριπλή είναι, για να μιλήσουμε γενικά. Μία είναι αυτή που προηγείται από τα μέρη, όπως είναι η τελειότητα των θεών (γιατί έχει την υπόσταση της μέσα στο Ένα, το οποίο προϋπάρχει με αυτοτέλεια πριν από κάθε πλήθος. Γιατί το Ένα των θεών είναι βέβαια τέτοιο, όχι σαν το ένα των ψυχών και των σωμάτων, γιατί αυτά είναι συνδεδεμένα με το Ένα με φυσική ομοιότητα και αναμειγνύονται με τις ουσίες, ενώ οι ενάδες των θεών έχουν λάβει αυτοτελή ύπαρξη πριν από τις ουσίες, καθώς γεννούν τα πλήθη και δεν γεννιούνται μαζί με τα πλήθη). Η δεύτερη είναι η τελειότητα που αποτελείται από τα μέρη, η οποία υπάρχει μαζί με τα μέρη και συμπληρώνεται από μέρη, όπως η τελειότητα του Κόσμου (γιατί την πληρότητα της την έχει από το σύνολο των μερών της). Μία άλλη τρίτη τελειότητα είναι αυτή που υπάρχει στα μέρη (έτσι λοιπόν και κάθε μέρος του Κόσμου είναι τέλειο, γιατί καθώς είναι « ενιαίο σύνολο συνόλων -ὅλον ἐξ ὅλων», έτσι έχει λάβει το σύμπαν υπόσταση «τέλεια, εκ τέλειων μερών – τέλειον ἐκ τελείων» τα οποία περιέχονται σε αυτό σύμφωνα με τα όσα λέγει στον «Τίμαιο, 33.a» ο Πλάτων). Και για συνοψίσουμε, η τελειότητα κατά τον ίδιο τρόπο με την ολότητα διαιρείται. Γιατί είναι συνδεδεμένες, όπως λέγει στον «Τίμαιο, 32.b – 33.c» ο Πλάτων, επειδή βέβαια και το τελειοποιητικό  γένος είναι προσκολλημένο στο συνεκτικό και η τελειοποιητική μονάδα έχει παραταχθεί κάτω από όλους τους συνεκτικούς θεούς.
Καθώς λοιπόν η ολότητα που συνδέει τα μέρη είναι τριπλή, είναι και η τελειότητα τριπλή. Και αν πρέπει να πούμε και αυτό, όλες οι τελειότητες προέρχονται από όλους τους ηγεμόνες. Αλλά η τελειότητα που προηγείται των μερών ταιριάζει περισσότερο στον πρώτο, η τελειότητα που προέρχεται από τα μέρη στον δεύτερο και η τελειότητα μέσα στα μέρη στον τρίτο. Πριν από αυτή την τριάδα «ἡ μονοειδὴς τελειότης καὶ ἡ παντελὴς ὕπαρξίς ἐστιν ἡ νοητὴ τριάς», την οποία στον «Τίμαιο, 30.d» ο Πλάτων την έχει αποκαλέσει «κατὰ πάντα τελείαν» [τέλεια σε όλα]. Αλλά εκεί προϋπήρχαν ενωμένες οι τρείς τελειότητες και εκείνη η τριάδα ήταν περισσότερο η πηγή κάθε τελειότητας, και όπως η συνεκτική τριάδα της νοητής συνοχής είναι εξέλιξη, έτσι και η «συναγωγὸς» τριάδα είναι εξέλιξη «τῆς ἑνοποιοῦ» και πρώτης ανάμεσα στα νοητά τριάδας, έτσι και η τελειοποιητική βέβαια είναι εικόνα «τῆς παντελοῦς». Γιατί αναλογικά με τις νοητές τριάδες έχουν προέλθει οι νοητές – νοητικές τριάδες.
Τριπλή είναι λοιπόν η τελειότητα, πριν από τα μέρη, από τα μέρη και μέσα στο μέρος. Και με άλλα λόγια, η σταθερή, αυτή που γεννάει και αυτή που επιστρέφει. Και με μία άλλη έννοια, η τελειότητα των νοητικών και αδιαίρετων ουσιών, η τελειότητα των ψυχικών ουσιών και η τελειότητα των χωρισμένων στα σώματα. Δικαιολογημένα λοιπόν πριν από τους νοητικούς θεούς υπάρχουν οι τρείς ηγεμόνες της τελειότητας, οι οποίοι συγκρότησαν μια βαθμίδα κάτω από την «οὐρανίαν περιφοράν», και μέσω των εαυτών τους ανεβάζουν όλα τα κατώτερα στο νοητό και τελειοποιούν με το νοητό φως και τα επιστρέφουν και τα συνδέουν με τη βασιλεία του Ουρανού, παρέχοντας σε όσα τελειοποιούνται «τὸ ἄοκνον τοῖς τελουμένοις» και φυλάσσοντας την ανέπαφη τελειότητά τους.
….Συνεχίζεται
Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [19-7-2006, ΕΛΛΑΣ]

[1] Η εκλειπτική ή ηλιακός κύκλος, δηλαδή ο κύκλος πάνω στον οποίο κινείται ο ήλιος και οι επτά πλανήτες, ταυτίζεται εν πολλοίς με τον ζωδιακό και σχηματίζει γωνία σε σχέση με τον ουράνιο ισημερινό. Η γωνία αυτή ονομάζεται λόξωση της εκλειπτική.
[2] Η τετραμερής τακτοποίηση του Κόσμου είναι η ιεραρχία των περιοχών του Κόσμου με βάση τα 4 στοιχεία. Τα 4 κέντρα είναι τα 4 οριακά σημεία της εκλειπτικής, 2 σημεία στα οποία τέμνεται με τον ουράνιο ισημερινό και 2 σημεία στα οποία εφάπτεται με τον τροπικό του Καρκίνου και του Αιγόκερο.
————————————————————————————————————————————————————————————-
Πηγές

Πλάτων
  • Πολιτεία [περί δικαίου πολιτικός]
  • Τίμαιος [περί φύσεως, φυσικός]
  • Φαίδρος [περί καλού ηθικός]
  • Φαίδων [περί ψυχής, ηθικός]
  • Κριτίας
  • Νόμοι [περί νομοθεσίας]
  • Θεαίτητος [περί Επιστήμης, πειραστικός]
  • Γοργίας
  • Σοφιστής [περί του Όντος]
  • Πολιτικός
  • Φίληβος
  • Παρμενίδης [περί ιδεών]
  • Κρατύλος [περί ονομάτων ορθότητος. λογικός]
  • Ίων
  • Μίνως
  • Αλκιβιάδης και Αλκιβιάδης ΙΙ
  • Γοργίας [περί ρητορικής],
  • Πρωταγόρας [περί του διδακτού ή μη της αρετής - Σοφισταί, ενδεικτικός]
  • Κρίτων [περί του προς την πολιτεία και τους νόμους καθήκοντος]
  • Επινομίς,
  • Όροι
  • Μενέξενος [Επιτάφιος ηθικός],
  • Μένων [περί Αρετής δοκιμαστικός]
  • Ευθύφρων [περί οσίου και ευσεβούς]
  • Ευρυξίας [περί πλούτου]
  • Συμπόσιο
  • Ευθύδημος
  • Λάχης [περί ανδρείας. μαιευτικός]
Πρόκλος
  • Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Δ’, κεφάλαια Α’ – Κς’
  • Σχόλια εις τον Κρατύλο Πλάτωνος, 97.1 – 116.16
  • Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος
  • Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα
  • Στοιχείωσις θεολογική
  • Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδην
  • Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρας

Αριστοτέλης
  • Μετά τα Φυσικά
  • Αναλυτικά Ύστερα
  • Ηθικά Νικομάχεια
ΠΗΓΗ:http://eleysis69.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ShareThis